Πάντα θαύμαζα τους ανθρώπους με τα μεγάλα όνειρα, τις μεγάλες ιδέες. Αυτούς που θέτουν στόχους και αφιερώνουν όλη τους τη ζωή σ’ αυτούς, ή μάλλον γίνονται η ίδια τους η ζωή! Δεν ανήκα σ’ αυτήν την κατηγορία... Εμένα οι στόχοι μου περιορίζονται σε έναν καλό καφέ, ένα τσιγάρο κι ένα μπαλκόνι να βλέπει προς τα θαύματα! Όχι δεν έπαψα να ονειρεύομαι ή να ελπίζω. Έπαψα απλώς να περιμένω το αναπάντεχο, έπαψα να προσδοκώ κι άρχισα να ζω, να χαίρομαι και να ελπίζω μ’ αυτά που έχω. Δυο κουταλιές καφέ και δυο ζάχαρη ήταν αρκετές για να με κάνουν να ξεχάσω την μετριότητα του χθες. Πάνω από το μπρίκι, περιμένοντας τις πρώτες φουσκάλες σχεδίαζα την μέρα μου. Όχι, δεν ήμουν πάντα έτσι, έπινα καφέ, αλλά βιαστικά, μηχανικά, σαν μια αδιάφορη συνήθεια, αδιάφορη σαν την ζωή μου. Μέτρια, βαριά, θολή και άνοστη, σαν ένα κακό χαρμάνι. Είχα ξεχάσει την μαγεία του να απολαμβάνεις ένα καλό καφέ. Πως είναι να είσαι ήρεμος. Ξανάρχισα να ζω, όταν τα 'χασα όλα. Όλα ξεκίνησαν εκείνη την μέρα. Την μέρα που με 'κανε να αντιμετωπίσω την αλήθεια κατάματα. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Ήμουν ένας ζωντανός νεκρός, ένα κινούμενο πτώμα που ενοχλούσε.

Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το ταβάνι, τα κράτησα εκεί κολλημένα για πολλή ώρα. Ένιωθα τόσο εξαντλημένος που ούτε το βλέμμα μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Κρύωνα πολύ, έτρεμα. Πήρα κι άλλη κουβέρτα, σκεπάστηκα ως επάνω, αφήνοντας μονάχα τα μάτια μου ακάλυπτα. Δειλά δειλά έριχνα που και που καμιά ματιά γύρω μου. Δεν ήθελα να πάρω τα μάτια μου από το ταβάνι, όχι ακόμα. Σκάρωνα με την φαντασία μου όμορφες εικόνες, βρισκόμουν όποτε ήθελα στο βουνό και με ένα ανοιγόκλειμα των ματιών στην θάλασσα. Έπλαθα τον κόσμο μου, όπως τον ήθελα, όπως τον είχα ονειρευτεί. Σαν να μην ήμουν κλεισμένος σ’ αυτό το κλουβί. Ξέρεις πόσα σχέδια μπορείς να δημιουργήσεις; Πίνακας ολόκληρος. Σιγά, σιγά άρχισα να κατεβάζω την κουβέρτα, ένιωθα ήδη καλύτερα, λες και ο ήλιος που απλωνόταν στον πίνακά μου, κατάφερε να με ζεστάνει. Άρχισα να κατεβάζω το βλέμμα μου, να επεξεργάζομαι τον χώρο. Πάντα με ‘φερνε σε αμηχανία το λευκό, με ‘κανε να αισθάνομαι άβολα, ανακριτικά, σαν να 'ναι όλα τα μάτια του κόσμου καρφωμένα επάνω μου, με κάνει να διστάζω, να φοβάμαι, λες και θα το λερώσω, άοσμο, μονότονο, άχρωμο και παγωμένο, σαν το χιόνι, μου θύμιζε πάντα νοσοκομείο, ψίχος, θάνατο. Τι κάνω εγώ εδώ μέσα; Με την σκέψη μου, αυτήν εμφανίστηκε και πάλι το τρέμουλο, κρύωσα αμέσως. Ευτυχώς όμως η εικόνα του νοσοκομείου δεν με τάραζε τόσο πολύ. Μάλλον τα χάπια έκαναν την δουλειά τους. Όχι δεν έλυσαν τα προβλήματά μου και τις ανησυχίες που στροβίλιζαν μέσα μου. Σκέπασαν όμως κάπως τις σκέψεις μου και ενώ ήξερα πως ήταν εκεί δεν μ' ένοιαζε, μου αρκούσε να κοιτάζω το ταβάνι. Είχα καιρό να νιώσω έτσι, να κάτσω να χαζεύω με τις ώρες, να πλάθω την ιστορία μου, να αδιαφορώ για 'κεινα που τρώγαν εδώ και καιρό τα σωθικά. Τα ξεχνούσα χαζεύοντας το ταβάνι.

Άρχισα να διψάω, το στόμα μου στεγνό, με μια πικρή γεύση κι αμέσως ήρθε στο νου μου η λαχτάρα για έναν καφέ. Πόσο μου ‘χε λείψει, ένας καλός καφές. Πέταξα τις κουβέρτες, ήθελα να βγω απ’ το δωμάτιο, να πιω τον καφέ μου και το τσιγάρο μου. Προσπάθησα να σηκωθώ, άρχισαν όλα να γυρίζουν γύρω μου, κάθισα στο κρεβάτι και περίμενα να ηρεμήσω, σιγά, σιγά άρχισα να συνέρχομαι, μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και σηκώθηκα όρθιος. Πήρα τον καπνό απ’ το συρτάρι του κομοδίνου, το μπουφάν μου και άρχισα να σέρνω τα βήματά μου προς την πόρτα. Τα πόδια μου έτρεμαν, ήμουν πολύ αδύναμος. Δεν δίστασα, συνέχισα, βγήκα στον διάδρομο του νοσοκομείου κι άρχισα να κατευθύνομαι προς τις σκάλες που θα με οδηγούσαν προς το κυλικείο. Πήρα ζεστό καφέ, παρά το γεγονός ότι είχε μπει για τα καλά η άνοιξη και βγήκα έξω απ’ το νοσοκομείο να με χτυπήσει ο αέρας. Ρούφηξα την πρώτη γουλιά και άρχισα να στρίβω, ένιωσα δυνατός, σαν να μην είχε γίνει τίποτα απ’ όλα αυτά, σαν να άραζα στο μπαλκόνι μου.

-Όλα καλά Θανάση! Όλα καλά! σιγομουρμούρισα και ρούφηξα μια τζούρα.

-Πάλι μόνος σου μιλάς;

-Που ξεφύτρωσες εσύ;

-Μας ειδοποίησαν οι γιατροί χθες, τα μάζεψα και ήρθα. Πως είσαι;

-Τους μαλάκες, δεν έπρεπε, μια χαρά είμαι.

-Θανάση...σου έφερα καπνό.

-Μπράβο ρε μικρέ, τι κάνεις εσύ; Σε ταλαιπώρησαν γαμώτο, τόσο δρόμο.

-Δεν υπήρχε περίπτωση να μην έρθω.

-Τελειώνω το τσιγάρο και πάμε στο δωμάτιο να σου δώσω τα κλειδιά απ’ το σπίτι να πας να αράξεις. Δεν υπάρχει λόγος να μείνεις εδώ μέσα, κάνε και καμιά βόλτα να γουστάρεις, δεν έρχεσαι συχνά Αθήνα.

-Θα μείνω μαζί σου Θανάση.

-Χρήστο, σύνελθε! Μια χαρά θα ‘μαι, εξάλλου θα ‘ρθει κι ο Άρης μετά και αύριο την έχω κάνει από ‘δω μέσα.

-Σου είπαν ότι βγαίνεις αύριο;

-Όχι, ούτε ρώτησα, δεν βγάζω άκρη με δαύτους, αλλά, άλλο εδώ μέσα δεν μένω, χειρότερα γίνομαι!

-Καλά, καλά, πάω να πάρω καφέ, δεν έκανα τόσο δρόμο για να μην σε δω καθόλου.

Άρχισα πάλι να ζορίζομαι, να νιώθω άβολα. Είχα τύψεις που ο μικρός μου αδερφός έκανε τόσο δρόμο για ‘μένα, για το άγχος που τράβηξε όταν έμαθε απ’ το τηλέφωνο ότι ο αδερφός του νοσηλεύεται, γιατί δεν άντεξε το μυαλό του. Για το ότι θα με ‘χει συνέχεια στο νου του από ‘δω και πέρα. Πόσο αδύναμος είμαι. Δεν πρόλαβα να τελειώσω καλά, καλά τις σκέψεις μου και εμφανίστηκε ο Άρης. Με άρπαξε και μου κάνε μια σφιχτή αγκαλιά και μετά με χτύπησε στον ώμο.

-Μας τρέλανες ρε μαλάκα! Άντε άσε τα χαζά και μαζέψου τον άλλο μήνα παίζει ταξίδι με μηχανές.

Χαμογέλασα και έγνεψα καταφατικά. Μετά από λίγο εμφανίστηκε και ο αδερφός μου, κάτσαμε οι τρεις μας για πολλή ώρα, μιλούσαμε για άσχετα πράγματα, ξεχάστηκα, ώσπου ήρθε η νοσοκόμα και με φώναξε να πάω στον θάλαμο.

Το επόμενο μεσημέρι βγήκα με δική μου συγκατάθεση, ο γιατρός επέμενε να μείνω. Του υποσχέθηκα να πάω σε ψυχίατρο, να συνεχίσω την αγωγή και να 'χω κάποιον στο σπίτι. Ήξερα πως πλέον η ζωή μου δεν θα ήταν ίδια.

Πέρασε μια βδομάδα από τη μέρα που βγήκα απ’ το νοσοκομείο, μου φάνηκε σαν να ‘τανε αιώνας. Ένα κινούμενο πτώμα, χωρίς λόγο ύπαρξης. Δεν κάνω τίποτα. Δεν τρώω σχεδόν καθόλου, δεν κοιμάμαι τη νύχτα, δυο-τρεις ώρες αφού ξημερώσει, λες και περίμενα μαζί με το πρωινό να ‘ρθει και η λύτρωση μου. Γενικά δεν κάνω τίποτα, μόνο τσιγάρο, καφέ και βάσανα. Τι να κάνω από ‘δω και πέρα, ποιες επιλογές έχω, πως θα μαζέψω το μυαλό μου;

Ο μικρός εκεί μαζί μου, δίπλα μου σε όλα, να επιμένει να με βοηθήσει, να με βγάλει απ’ τη λούπα μου. Χωρίς πίεση και άγχος, χωρίς να ρωτάει και πολλά, δίπλα μου να με φροντίζει και να υπομένει την κατάντια μου. Φαγώθηκε να γυρίσω μαζί του πίσω στην Νάουσα. Αγχώθηκε πολύ με την κρίση που έπαθα την προηγούμενη βδομάδα. Πάντα με είχε για μελαγχολικό, για ανήσυχο, για καλλιτέχνη όπως με έλεγε και κατά τη κρίση του όλοι οι καλλιτέχνες την γουστάρουν λίγο την μαυρίλα, σαν να ζουν απ’ αυτήν. Αυτό εδώ όμως τον ξεπέρασε, μανιοκατάθλιψη, συνοδευόμενη μάλιστα με χαρτί γιατρού και ένα συνιστώμενο κοκτέιλ χαπιών. Στην ιδέα όμως ότι θα γυρίσω πίσω στο πατρικό μου σπίτι, φρικάρω. Με λούζει κρύος ιδρώτας, ανεβάζω παλμούς. Δεν θέλω με τίποτα να γυρίσω στην Νάουσα. Όσο όμως και να μην το ήθελα, ήξερα ότι δεν είχα άλλη επιλογή. Η κατάσταση μου ήταν όντως σοβαρή, είχα αρχίσει να φοβάμαι, να φοβάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν μπορούσα να με ελέγξω, χρειαζόμουν βοήθεια, όχι μόνο ψυχικά. Τα ‘χα χάσει όλα. Φίλο, δουλειά και μαζί και το μυαλό μου. Ο χρόνος όμως άρχισε να με πιέζει αρκετά, χρωστούσα ήδη πολλά σε ενοίκια, λογαριασμούς και σκόρπια δανεικά. Ο κύκλος της ζωής μου στην Αθήνα έμοιαζε να κλείνει, να στενεύει, να γίνεται θηλιά και να με πνίγει. Έπρεπε κάτι να κάνω. Μην έχοντας και πολλές επιλογές, δέχτηκα την πρόταση του αδερφού μου να γυρίσω μαζί του στην Νάουσα. Εξάλλου πάει καιρός που δεν ένιωθα τίποτα, είτε ήμουν Αθήνα, είτε Νάουσα ή οπουδήποτε αλλού το ίδιο κενός θα ήμουν.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, ούτε κατάλαβα πότε μαζέψαμε τα πράγματα και πήραμε το τρένο της επιστροφής. Σε όλο το δρόμο δεν ανταλλάξαμε ούτε μια κουβέντα με τον αδερφό μου, παρά μόνο τα τυπικά. Κοιτούσα απ’ το παράθυρο τα τοπία να αλλοιώνονται απ’ την ταχύτητα του τρένου. Έμοιαζαν τόσο με την ζωή μου, απλώς περνούσαν όλα γρήγορα από μπροστά μου και δεν με ένοιαζε, δεν παρατηρούσα τίποτα, σαν να μην μπορούσα, σαν να μην ήθελα να ασχοληθώ. Ούτε θυμάμαι πότε ξεκίνησα να ‘μαι έτσι. Σταδιακά με εγκατέλειπε το σώμα και το μυαλό μου. Έβγαλα κάποια κόκκινα σημάδια στο σώμα μου, άρχισα να αισθάνομαι κουρασμένος, να έχω προβλήματα στον ύπνο, στη διατροφή, άρχισα να χάνω κιλά, δεν κοιμόμουν. Μα δεν με ένοιαζε, ούτε που έδινα σημασία. Δεν ένιωθα τίποτα, ούτε καλό, ούτε άσχημο. Κενό. Πάγωσα. Αποτραβήχτηκα κάπως από τη ζωή χωρίς να το καταλάβω, δεν ήθελα να βγαίνω έξω, δεν έδινα σημασία σε πράγματα που με απασχολούσαν παλιότερα. Όλα έχαναν τη σημασία τους σταδιακά. Έπαιξε μεγάλο ρόλο ο θάνατος του Παύλου, του κολλητού μου, το ξέρω, μα δε γουστάρω να τα ρίχνω όλα σ’ αυτό. Το ‘βαλα και ‘γω το χεράκι μου. Άφησα το τρένο να με πάει όπου θέλει αυτό, μπορούσα να το σταματήσω, μα αντί γι’ αυτό προτίμησα να μην κάνω τίποτα. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι όλη η ζωή μου θα είναι μια συνεχόμενη θλίψη, ένα κενό μυαλό που δεν μπορεί να συγκεντρωθεί ή να σκεφτεί καθαρά. Το μόνο που ήθελα ήταν να πίνω. Έπνιγα τις φρίκες μου με αλκοόλ και ό,τι άλλο έβρισκα. Αυτός ήταν ο μόνος στόχος μου, να βρω να γίνω, να γίνω μπας και κοιμηθώ κάποια στιγμή και σταματήσω να σκέφτομαι. Και ‘κει που νόμιζα ότι έπιανα πάτο, ξανάβρισκα τον εαυτό μου ή μάλλον τον άλλο μου εαυτό. Ξαφνικά τίποτα δεν με τρόμαζε, ένιωθα ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα, ότι βγήκα απ’ τη μαυρίλα και μάλιστα θα εκπληρώσω όνειρα, θα, θα , θα. Είχα πολλές τέτοιες εκρήξεις υπεραισιοδοξίας που δεν ήταν πραγματικές. Ούτε ξέρω πόσες φορές γράφτηκα και ξεγράφτηκα σε σχολές, αθλήματα, σεμινάρια, πόσα σχέδια κατέστρωνα για να ανοίξω το δικό μου μαγαζί. Αρκούσαν πέντε λεπτά για να εξαφανιστούν όλα δια μαγείας απ’ το κεφάλι μου, τα ξεχνούσα όλα, ένιωθα ανίκανος, ότι τζάμπα ζούσα. Αυτά τα σκαμπανεβάσματα ήταν πολύ συχνά και καθόλου προβλέψιμα. Δεν είχα τον έλεγχο του εαυτού μου. Θυμάμαι μάτια να με κοιτάνε γεμάτα απορία, να αναρωτιούνται τι έπαθα, τι μύγα με τσίμπησε και ‘κει που όλα ήταν “καλά”, νευρίαζα, έφευγα, άλλαζα γνώμη, γινόμουν άλλος άνθρωπος.

Με το μυαλό να τρέχει στα παλιά, φτάσαμε Νάουσα. Ο σταθμός των τρένων είναι λίγο πιο έξω απ’ την πόλη. Πήραμε το λεωφορείο και συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Ο δρόμος μας, ανηφορικός, αφού η Νάουσα είναι χτισμένη στους πρόποδες του βουνού Βερμίου. Το λεωφορείο ζοριζόταν να την ανέβει, μούγκριζε και έτριζε ολόκληρο. Μαζί του κι γω. Η θέα του βουνού που απλωνόταν μπροστά μου ένιωθα να με πνίγει, να μου κρύβει τον ουρανό. Όσο πλησιάζαμε στην πόλη τόσο περισσότερο ένιωθα την ανάσα μου κοφτή και γρήγορη, σαν να μην μου ‘φτανε ο αέρας, ίδρωνα και έτρεμα. Σκέψεις απ’ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια κατέκλεισαν το μυαλό μου. Όλες τους ήταν εκεί , ερχόταν και τύλιγαν σιγά σιγά τον λαιμό μου, με έπνιγαν.

- Ήρθες την κατάλληλη εποχή, έχει υπέροχο καιρό, ότι πρέπει για βόλτα στο βουνό.

Κι έτσι απλά με μια φράση και ένα χτύπημα στον ώμο ο αδερφός μου με συνέφερε, με γύρισε στην πραγματικότητα, έξω απ’ το κεφάλι μου. Άρχισα ήδη να νιώθω καλύτερα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στην πόλη, όλα ήταν ίδια. Η μόνη διαφορά είναι ότι έκλεισαν πολλά μαγαζιά, ψιλικατζίδικα και περίπτερα. Έμοιαζε πιο έρημη, πιο ήσυχη. Φτάσαμε στο πατρικό μας, ένα παλιό σπίτι, μονοκατοικία με έναν μικρό κήπο. Στο κέντρο της πόλης, με θέα το βουνό και δίπλα στο ποτάμι. Ο πατέρας μας έλειπε απ’ το σπίτι, λογικά θα σκάλωσε σε κάποιο καφενείο και θα μπεκροπίνει. Ευτυχώς, την θέλαμε την ηρεμία μας. Κάναμε καφέ και κάτσαμε στον κήπο. Η σκιά απ’ τα δέντρα και το κλήμα τον έκαναν παράδεισο γιατί αν και Μάιος είχαν ήδη αρχίσει οι πρώτες ζέστες. Όλος ο κήπος ήταν στολισμένος με χρωματιστά, ευωδιαστά λουλούδια. Τριανταφυλλιές, ζουμπούλια, πασχαλιές και άλλα πολλά που δεν τα αναγνώριζα, μου χάρισαν μια γλυκιά ηρεμία, ένα όμορφο ταξίδι. Ήταν ο καλύτερος καφές μετά από καιρό. Οι μνήμες μου πήγαν για λίγο στην μάνα μου, έτσι την θυμάμαι, σαν τον κήπο μας, ανθισμένη, να μοσχοβολάει αρώματα της φύσης. Είναι η μόνη ευχάριστη μνήμη που ‘χω απ’ τα παιδικά μου χρόνια και γενικότερα απ’ τη Νάουσα κι ακόμα με πονάει η απουσία της. Τίποτα άλλο δεν με συγκινούσε, όλα τα άλλα μετά απ’ αυτήν ήταν απλά ξεθωριασμένες μνήμες. Την ηρεμία μας τάραξε η επιστροφή του πατέρα μας στο σπίτι.

-Μπα, πώς και απ’ τα μέρη μας; Ήρθες να δεις αν ζούμε;

Δεν απάντησα, πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο και κλείστηκα εκεί. Πάντα έτσι ήταν με τον “καλό λόγο” στο στόμα, χωρίς τρόπους και έτοιμος για καβγά. Αυτός ήταν και ο ουσιαστικότερος λόγος που δεν ήθελα να πατήσω το πόδι μου εδώ πέρα, με ‘κανε να νιώθω χειρότερα, μου μεγάλωνε την θλίψη. Ορκίστηκα όμως πως αυτή τη φορά πως δεν θα τον άφηνα να με επηρεάσει, ήρθα για να ηρεμήσω εδώ, να γίνω καλά.

Κάποια πρωινά πηγαίναμε και οι τρεις στο χωράφι. Ο πατέρας με τον αδερφό μου πήγαιναν κάθε μέρα. Είχαμε αμπέλια, ροδακινιές και μηλιές. Τις περισσότερες φορές τελειώναμε το μεσημέρι, ο πατέρας τριγυρνούσε στα καφενεία και εγώ με τον μικρό πηγαίναμε σπίτι. Απολαμβάναμε την απουσία του, βάζαμε δυνατά την μουσική κι αράζαμε στον κήπο, μπορεί να μην ανταλλάσαμε ούτε μια κουβέντα, μα αν χρειαζόταν δεν βάζαμε γλώσσα μέσα. Ο μικρός έκανε και μεροκάματα σε μια καφετέρια, σίγουρα τα Σαββατοκύριακα και τώρα που άνοιγε κι ο καιρός μπορεί να τον φώναζαν και κανένα βραδάκι μεσ’ τη βδομάδα. Πολλά απογεύματα παίρναμε το αμάξι και κάναμε άσκοπες βόλτες στην πόλη, πάντα καταλήγαμε στο βουνό, με καμιά μπύρα και κανένα τσιγάρο, να χαζεύουμε τα φώτα από μακριά, τον ουρανό και να λέμε σαχλαμάρες όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Τις μέρες που δούλευε ο αδερφός μου, συνήθως πήγαινα και ‘γω απ’ το μαγαζί για καμιά μπύρα, δεν άντεχα να μείνω μόνος μαζί του στο σπίτι, άσε που έπαιζε ωραία μουσική και είχε αλκοόλ, δεν ήθελα τίποτα άλλο. Βέβαια η έξοδός μου σίγουρα θα συμπεριλάμβανε και ανεπιθύμητους γνωστούς που μιας και είχαν χρόνια να με δούνε, δεν έχαναν την ευκαιρία να ‘ρθουν να μάθουν για ποιο λόγο είμαι πίσω στην πόλη τους και μάλιστα όχι από ενδιαφέρον για την πάρτη μου, αλλά για να ‘χουν νέα να συζητήσουν στον αυριανό καφέ. Τους είχα μάθει τόσα χρόνια και τώρα ειδικά ούτε που μ' ένοιαζε.

Και οι μέρες περνούσαν, έτσι απλά, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, κενές, αδιάφορες. Ο καιρός όλο και καλυτέρευε σε αντίθεση με την ψυχολογία μου. Δεν ξέρω αν φταίνε τα χάπια, πάντως γινόμουν όλο και πιο αναίσθητος, δεν με συγκινούσε τίποτα, ούτε ζέστη, ούτε κρύο, ίσα ίσα που κάποιες μέρες ένιωθα πως δεν άντεχα άλλο εδώ. Είχα χάσει το σπίτι μου, την μοναξιά μου, τους φίλους μου, γενικά την ζωή μου. Όλα λάθος και ο εαυτός μου δεν βοηθούσε καθόλου, με βασάνιζε περισσότερο. Κάποιες φορές τα χάπια δεν με έπιαναν καθόλου, δεν είχα κουράγιο να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, άρρωστος, λες και ψηνόμουν στον πυρετό. Έτρεμα, κρύωνα. Περνούσα πολλά βράδια άυπνος. Μετά το επεισόδιο της κρίσης που βάρεσα και κατέληξα στο νοσοκομείο δεν ξαναήρθαν εκείνα τα διαλείμματα ευφορίας που ένιωθα. Η πορεία μου πια, ήταν μόνο καθοδική. Άρχισα να σκέφτομαι να επισκεφτώ έναν ψυχίατρο. Μου είχαν πει απ’ το νοσοκομείο πως θα χρειαζόμουν παρακολούθηση αλλά το αμέλησα, πίστευα πως θα ‘ταν κάτι που περνούσε, πως θα το πάλευα μόνος, μα ήξερα πως χειροτέρευα. Προσπαθούσα να το κρύψω, το έπαιζα άνετος, πως τα καταφέρνω. Δεν ήθελα να φορτώνομαι και το δικό τους άγχος, δεν ήθελα να υποφέρουν κι αυτοί μαζί μου, δεν μπορούσα να ακούω τα ίδια κλισέ, “μην αγχώνεσαι, δεν έχεις τίποτα, όλα στο μυαλό σου είναι, παρ’ το χαλαρά” και άλλα τέτοια “εύκολα”, στα λόγια...

Πήρα λοιπόν την απόφαση να βρω ψυχίατρο. Μια φορά τη βδομάδα, πήγαινα στην Βέροια, και τον επισκεπτόμουν. Η πρώτη μας συνάντηση ήταν άβολη. Όταν με ρώτησε γιατί τον επισκέφτηκα, τι ήταν εκείνο που με έφερε σ’ αυτόν, σάστισα. Δεν μπορούσα να περιγράψω με λέξεις, αυτό που ένιωθα, αυτό που βίωνα.

-Ένα βράδυ, ήμουν μόνος σπίτι και ξαφνικά άρχισα να νιώθω ότι με παρακολουθούν, νόμιζα ότι βρίσκονται άνθρωποι στο μπαλκόνι, ότι είχαν καρφώσει τα μάτια τους πάνω μου και έβλεπαν τι κάνω. Μετά δεν θυμάμαι και πολλά, ξέρω ότι βγήκα εκτός ελέγχου, μου είπαν ότι άρχισα να ουρλιάζω, να πετάω πράγματα στο μπαλκόνι, μέχρι που οι γείτονες φώναξαν ασθενοφόρο, με μάζεψαν και το πόρισμα των γιατρών ήταν μανιοκατάθλιψη. Δεν ήρθα ακριβώς γι’ αυτό, δεν φοβάμαι δηλαδή μήπως με ξαναπιάσει πάλι καμιά κρίση. Για την ακρίβεια δεν φοβάμαι και τίποτα πλέον. Με βαρέθηκα, αυτό μου φταίει, βαρέθηκα να με σέρνω από δω κι από ‘κει και να μην αλλάζει τίποτα. Βαρέθηκα να ανοίγω τα μάτια μου και να σιχτιρίζω αντί να χαίρομαι που ξημέρωσε ακόμα μια μέρα. Βαρέθηκα να παλεύω με μικροπράγματα, να κάνω δυο ώρες να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι και γιατί να σηκωθώ δηλαδή, δεν έχω κανένα κίνητρο. Το μόνο μου κίνητρο πια είναι απλώς για να φτιάξω έναν ρημαδοκαφέ, που μέχρι και ζάχαρη ξεχνάω να βάλω. Εγώ, που μέχρι χτες έβλεπα τον καφέ σαν κάτι μαγικό, σπουδαίο, ήταν ιεροτελεστία. Καμιά φορά νιώθω ότι έχω μπει σε αίθουσα κινηματογράφου, πως έχω κολλήσει για κάποιο λόγο σε μία καρέκλα και δεν μπορώ να φύγω και παίζονται ταινίες συνεχώς, η μία μετά την άλλη κι ‘γω εκεί απλά να βλέπω εικόνες να περνούν από μπροστά μου, χωρίς να καταλαβαίνω τι παρακολουθώ, τι γίνεται, γιατί είμαι εδώ. Κι όλα αυτά να γίνονται με πολύ αργούς ρυθμούς, μονότονα, χαοτικά. Αυτό θέλω γιατρέ, να αρχίσω να απολαμβάνω και πάλι τον καφέ μου, να του δίνω τον σεβασμό που του πρέπει.

Έκλεισα κιόλας ένα μήνα με την καινούργια αγωγή που μου έδωσε, την είχε αυξήσει, αλλά ακόμα δεν την είχα συνηθίσει. Παρόλα αυτά, είχα αρχίσει να προσπαθώ παραπάνω τις τελευταίες μέρες. Ξεκίνησα να αναζητώ πράγματα που παλιά μ’ ευχαριστούσαν, με το ζόρι, σαν τιμωρία για την απάθεια που τους έδειξα. Σε όλη αυτή την ιστορία κουράγιο και στήριξη είχα από τον αδερφό μου. Με φρόντιζε σα μωρό παιδί, με ανεχόταν, έκανε ότι μπορούσε για να με βοηθήσει, χωρίς πίεση, χωρίς να περιμένει ανταμοιβή. Ήταν ο μόνος που μου ‘δινε νόημα και θέληση για ζωή. Μετά από δική του προτροπή, ξεκίνησα να δουλεύω κι ‘γω στην καφετέρια που δούλευε κι ο ίδιος. Έκανα δύο-τρία μεροκάματα τη βδομάδα. Τα λεφτά δεν ήταν καλά, μα τουλάχιστον ένιωσα κάπως χρήσιμος και παραγωγικός, πως βάζω κι ‘γω ένα χαρτζιλίκι στο σπίτι. Ήταν κι αυτό ένα βήμα, κάπως έπρεπε να αρχίσω.

Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι εκείνο το βράδυ. Παρασκευή, 11 Αυγούστου, δούλευα με τον αδερφό μου. Είχε υπέροχη βραδιά. Ο κόσμος ξέγνοιαστος, είχε μυρίσει καλοκαίρι και η πόλη πήρε ζωή, τόσο, που παρασύρθηκα κι 'γω μαζί της. Ένιωθα γεμάτος ενέργεια, ότι με ελέγχω και πάλι. Πάνω στον ενθουσιασμό μου άρχισα να πίνω. Ξέχασα χάπια, ψυχιάτρους, όλα. Νομίζω κατέβασα ένα μπουκάλι ουίσκι σε μισή ώρα. Μιλούσα με τον κόσμο, τον έκανα να γελάει, άκουγα τους προβληματισμούς τους και τους έδινα θάρρος. Σε κάποια φάση, πήρε το αυτί μου μια παρέα να με σχολιάζει. Μιλούσαν για μένα σαν να με ήξεραν χρόνια. Σχολίαζαν την κατάσταση μου, ότι έχασα το μυαλό μου, ότι είμαι τρελός και άλλα τέτοια. Ούτε που ήθελα να ασχοληθώ. Τους είχα συνηθίσει. Προσπάθησα να μην τους δίνω σημασία και συνέχιζα την δουλειά μου ώσπου η συζήτηση έφτασε στην μάνα μου. Μας σύγκριναν, ότι κι αυτή το ίδιο είχε πάθει εξαιτίας μας, που δεν προκόψαμε, που την ρεζιλέψαμε γι’ αυτό και αυτοκτόνησε. Σάστισα για λίγο. Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό μου πως τόλμησαν να την πιάσουν στον στόμα τους, πως δεν έδειξαν κανένα σεβασμό σε έναν άνθρωπο που είχε πεθάνει. Καμία ντροπή, είχαν κάτσει εκεί και αποφάσισαν ότι μπορούσαν να μιλάνε δίπλα μου, στα ύπουλα για ένα τόσο λεπτό ζήτημα. Άρχισα να τρέμω απ’ τα νεύρα μου καθώς συνέχιζαν την συζήτηση. Τίποτα δεν τους σταματούσε, ούτε το βλέμμα μου που 'χα καρφώσει πάνω τους. Ξαφνικά όλα μαύρισαν. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και μια πίεση στο κεφάλι, είχα αρχίσει να ιδρώνω. Αυτή τους η άνεση να σχολιάζουν την ζωή μας σαν κριτές, και το γεγονός ότι τόλμησαν να μιλήσουν για την μάνα μου με έβγαλε εκτός εαυτού. Αυτό ήταν, δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Πήδηξα απ’ το μπαρ και άρχισα να τους βρίζω και να τους χτυπάω αλύπητα. Προσπαθούσαν να με κρατήσουν να με ηρεμήσουν και πρώτος ο αδερφός μου. Αγρίμι, δεν μπορούσαν να με σταματήσουν, κλείδωσα εκεί. Τους χτυπούσα με μανία. Ήθελα να τους κάνω να πάψουν. Έτρεμα από τα νεύρα. Ούτε θυμάμαι πόση ώρα τους χτυπούσα, πόσα πράγματα έσπασα. Κάλεσαν την αστυνομία, η κατάσταση είχε ξεφύγει. Μόλις ήρθαν άρχισαν να με χτυπάνε με γκλοπ, ώσπου έπεσα κάτω. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου. Φωνάξανε ασθενοφόρο και ήρθε να με μαζέψει. Ύστερα από την δεύτερη κρίση μανίας κρίνανε αναγκαίο να νοσηλευτώ σε ψυχιατρική κλινική για ένα χρόνο. Ήμουν φυτό, με κρατούσαν σε καταστολή πολλούς μήνες γιατί κρίθηκα απειλή για τους γύρω μου και τον εαυτό μου. Αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα.

Έτσι απλά μέσα σε πέντε λεπτά άλλαξε η ζωή μου. Αυτά τα πέντε λεπτά ήταν αρκετά για να φέρουν στην ζωή μου τα πάνω κάτω. Έτσι απλά είχα γίνει κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορώ ούτε ‘γω ούτε κανένας να περιγράψει με λέξεις. Δεν υπήρχε επιστροφή, τώρα πια ήταν αργά. Ποτέ ξανά η ζωή μου δεν θα ‘ταν όπως παλιά. Κι ‘γω πια, ως ένας άλλος, να προσπαθώ απ’ την αρχή να ξανασυστηθώ με τον εαυτό μου. Η μανιοκατάθλιψη μοιάζει με το πένθος. Έχει παρόμοια στάδια. Στην αρχή έχεις άρνηση και απομονώνεσαι, μετά έρχεται ο θυμός, σου την δίνουν όλα, κολλάς σε ‘κείνα τα αναπάντητα γιατί. Ύστερα τα βάζεις με ‘σένα με ‘κείνα που δεν έκανες ή για ‘κείνα που έκανες και οι υποθέσεις δεν τελειώνουν ποτέ, τι θα γινόταν αν...κι έτσι έρχεται η θλίψη, αυτό το μούδιασμα της ψυχής που σε τρώει, τίποτα δεν μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις μέχρι τέλος που συνειδητοποιείς τι έχει γίνει, αποδέχεσαι την κατάσταση και δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Μόνο που στο πένθος ο χρόνος γιατρεύει. Στην μανιοκατάθλιψη δεν υπάρχει εξέλιξη. Ο χρόνος, ο κόσμος, τα πάντα παγώνουν. Η ψυχή βυθίζεται σε μία “κακή αιωνιότητα”, σε μια ατέλειωτη θλίψη. Κουβαλάς μαζί σου συνεχώς τον νεκρό σου εαυτό και δεν ξέρεις τι να τον κάνεις. Και ‘χεις και 'κείνη την σφραγίδα στο μπράτσο, μην τυχόν ξεχάσεις αυτά που πέρασες, μην ξεγελάσεις κανέναν πως είσαι “φυσιολογικός”.

Όλα μου τα ‘χε πάρει αυτή η ζωή, όλα, ακόμα και τον εαυτό μου. Έτσι μην έχοντας τίποτα άλλο να χάσω, έχασα τους φόβους μου και άρχισα να ζω. Όχι δεν έγινα ποτέ όπως πριν, μα ούτε μ' ένοιαζε. Είχα γίνει κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν έγινα πιο δυνατός, σίγουρα έπαψα να δίνω τόση σημασία στις σκέψεις μου. Με αποδέχτηκα, μ’ αυτό το σαράκι που πάντα θα με συντροφεύει και άρχισα να μου δείχνω τον σεβασμό που μου αξίζει ως πλάσμα αυτού του κόσμου. Όταν βγήκα από το ψυχιατρείο επέστρεψα στην Νάουσα. Αυτή τη φορά όχι στο πατρικό μου. Απομονώθηκα στην καλύβα που είχαμε στο κτήμα. Έκανα μεροκάματα σε χωράφια. Η φύση έχει μια μαγική ικανότητα να σε κρατάει ζωντανό.

Γιατρεύει. Σε κάνει να δεις πως όσοι ήρθαμε σ’ αυτή τη ζωή, όσο και να ανθίσουμε κάποια στιγμή θα μαραθούμε, δεν είναι στο χέρι μας. Δεν υπάρχει επιστροφή, ότι γίνει δεν ξεγράφετε και ίσως να μην είναι και τόσο άσχημο αυτό. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να τα παίρνουμε όλα τόσο σοβαρά. Γιατί στην τελική, όσο και να αγχωθείς, όσες σκέψεις κι αν κάνεις, κάποια πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν. Περαστικοί είμαστε. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην τον αφήσω ποτέ ξανά, υποσχέθηκα να τον σέβομαι, να τον φροντίζω, να τον αγκαλιάζω στις μαυρίλες του και να του δίνω χρόνο να κατανοήσει, να μην πανικοβάλλομαι στις δυσκολίες. Υποσχέθηκα να μην τον αφήσω να συμβιβαστεί ξανά με έναν κακό καφέ κι αυτό πια αρκούσε για να με κάνει να ξεκινήσω με ένα χαμόγελο την μέρα μου. Επαναπροσδιόρισα την ζωή. Την έφερα στα δικά μου μέτρα. Οι στόχοι μου πλέον περιορίζονται σε ένα πιάτο φαί, έναν καλό καφέ, ένα τσιγάρο κι ένα μπαλκόνι να βλέπει προς τα θαύματα. Δυο κουταλιές καφέ κι δυο ζάχαρη ήταν αρκετές για να με κάνουν να ξεχάσω την μετριότητα του χθες. Πάνω από το μπρίκι, περιμένοντας τις πρώτες φουσκάλες σχεδίαζα την μέρα μου. Κι αυτή θα είναι η πιο υπέροχη μέρα. Για αύριο…αύριο βλέπουμε!





  • Facebook
  • Instagram

© 2020 by emmeleia.life